Απώλεσα ελπίδα

Να ανεβαίνουν τα δάκρυα, να σφίγγεις τα χείλη σου, και πικρό φαρμάκι να κατεβάζουν στην καρδιά σου. Να πνίγεσαι. Να πρέπει να γελάσεις και να εκβιάζεις παραμορφωμένα χαμόγελα. Έτσι περνούν οι μέρες. Ημέρες που έπεσαν οι μάσκες. Ειδικά για εμάς που διατηρούσαμε ζωντανή κρυφά, στα μύχια της καρδιάς, τη φλόγα της αγάπης, της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης, του πολιτισμού. Δεν θα μπω καν στον κόπο να επιχειρηματολογήσω υπέρ του ναι ή του όχι. Δίκοπο μαχαίρι με διαφοροποιημένο βάθος τραύματος και στις δύο περιπτώσεις. Δεν μπόρεσα όμως να μη ρίξω μια ματιά στη μέρα που έρχεται.
Μια μέρα βουβή, αθόρυβη, μια μέρα που δεν ανήκει σε καμία εποχή, που η βροχή σβήνει τον ήλιο. Μια μέρα που τα μάτια γυαλίζουν από τα στεγνωμένα δάκρυα, προβάρουμε μισοδαγκωμένα χαμόγελα, παγώνουν τα βλέμματά μας. Τα μάτια μας ίδια με τα δύο νομίσματα που εναποτίθενταν στα μάτια των νεκρών. Ψυχρά, τρομακτικά γυαλιστερά, ακίνητα. Άνευρα σώματα που περιφέρονται στους δρόμους με το μυαλό μας μαραζωμένο. Τρομαγμένοι όλοι, τρομαγμένη κι εγώ γιατί έχασα την ελπίδα μου. Την ελπίδα που με δυνάμωνε, την ελπίδα μου στον άνθρωπο. Ήλπιζα ότι ως γένος έχουμε ελπίδα, θα ανοίξουμε ξανά στην αγάπη, θα μαλακώσουν και οι πιο αλύγιστοι. Και τώρα έπεσαν οι μάσκες. Όλων. Και συστηνόμαστε από την αρχή. Και θυμάμαι μια ψυχή, να μου λέει πόσο καλή και ευαίσθητη είμαι, μπροστά στην κτηνωδία του Γιακουμάκη, να αναρωτιέται πού βλέπω το καλό στον άνθρωπο. Και τώρα θα χαμογελούσε, γιατί για άλλη μια φορά θα του έλεγα «έχεις δίκιο». Δείξαμε το πραγματικό μας πρόσωπο σε εκείνους που διαφωνούν μαζί μας. Νομίζουμε ότι υπερασπιζόμαστε πατρώα ήθη, πλέκουμε τον ύμνο της χώρας που γέννησε τη δημοκρατία και εκφοβίζουμε τους αντιτιθέμενους σε μας. Και τους χαρακτηρίζουμε άκομψα. Και τους τρομοκρατούμε. Και βράζουμε μέσα μας μπροστά στην άλλη γνώμη, βράζουμε και τελικά ξεσπάμε, και πέφτει κι άλλη μία μάσκα. Και απλώνουμε άκαμπτο το δάχτυλο και τους κρίνουμε όλους, κριτές στη θέση του Κριτή. Τι συμπλέγματα κουβαλάς μέσα σου, άνθρωπέ μου, πόσο κτήνος είσαι, πιο κτήνος και από τα πιο άγρια κτήνη. Με πεινασμένα δόντια και απειλητικά ακονισμένα νύχια, έτοιμα να κανιβαλίσουν. Πόσο σου αρέσει να καρφώνεις το μαχαίρι και να το γυρνάς, και να δαγκώνεις τα χείλη σου από την ηδονή μπροστά στο μορφασμό πόνου του άλλου. Και σκέφτεστε νοερά και οι δύο πλευρές, ο ένας για τον άλλο: «Εμείς είμαστε Έλληνες, δεν γονατίζουμε, αγωνιζόμαστε, εσύ δεν είσαι Ελληνίδα». Και φτάνετε σε σημείο να σταυρώνετε ακόμα και αυτούς που αγαπάτε. Και σας απαντώ: Αν είναι έτσι, δεν θέλω να λέγομαι Ελληνίδα. Δηλώνω άνθρωπος. Από τους τελευταίους του είδους μάλλον. Και προτιμώ να παραμείνω άνθρωπος. Κι έχω κι άλλο ένα κακό. Πιστεύω στον Θεό, σε Αυτόν που σταυρώθηκε και δέχτηκε ραπίσματα και εμπτυσμούς. Ξέρω. Στον πραγματικό Έλληνα δεν ταιριάζει ο Θεός των τσοπανοεβραίων. Σας συγχωρώ. Τουλάχιστον μου έμεινε η ελπίδα της Ανάστασης, της ανακαίνισης του σιχαμένου πτωτικού τούτου κόσμου, όπου η ανθρωπιά σταυρώνεται καθημερινά.

Δηλώνω ακόμα ότι φοβάμαι. Όχι το αποτέλεσμα. Φοβάμαι εμάς. Αυτή η βδομάδα ήταν αποκαλυπτική. Οι μάσκες έπεσαν και ανεβήκατε στη σκηνή. Φοβάμαι τι θα συμβεί όταν ανοίξει η αυλαία. Δηλώνω αμετανόητη, δηλώνω φοβισμένη, δηλώνω χηρεύσασα. Μόλις έθαψα την τελευταία μου ελπίδα. Στον άνθρωπο.

 

No Comments Yet.