Μπλε Σελήνη

Του άρεσε να κάνει βόλτες με το ποδήλατο. Καβαλούσε τη σέλα, έδινε μια στο πεδάλι και κατρακυλούσε στον χωματόδρομο που έσβηνε στριφογυριστά στη θάλασσα. Στη διαδρομή κάθε που έπαιρνε μια στροφή και βρισκόταν σε απλωσιά έκλεινε για μια στιγμή τα μάτια να απολαύσει τα τιτιβίσματα και να χορτάσει τα αρώματα που έστυβαν τα δέντρα μέσα στην ασφυκτική ζέστη. Το να γειώνει τον εαυτό του και να βυθίζεται στη φύση έδινε ένα κάποιο νόημα στην καθημερινή μονοτονία του.
Έτσι και σήμερα Καβάλησε το ποδήλατο, έδωσε μια στο πεδάλι και κατρακύλησε στον χωματόδρομο. Σήμερα όμως κάτι ήταν διαφορετικό. Κάτι, σαν αναρριχητικό κλωνάρι με μικρά τσουχτερά αγκάθια , τυλιγόταν στο σώμα του και φέρνοντας βόλτες την καρδιά του, τον έσφιγγε. Σήμερα δεν έκλεισε ούτε στιγμή τα μάτια του για να χορτάσει μυρουδιές. Ήθελε τις αισθήσεις του όλες αφυπνισμένες μπροστά στην σκοτεινή γεύση που άφηνε αυτό το κάτι στην ψυχή του.
Έφτασε στην αγκαλιά της θάλασσας και αφού παράτησε το ποδήλατο σε μια μεριά, έμεινε γυμνός και εκτονώθηκε στο κολύμπι. Ήθελε να εξαντλήσει κάθε ικμάδα ενέργειας που φώλιαζε στο νεανικό κορμί του. Αποκαμωμένος σωριάστηκε στην αμμουδιά και έκλεισε τα μάτια, για να τα ανοίξει τρεις στιγμές μετά και να τιναχτεί άτσαλα όρθιος, όταν είδε μια γυναίκα από πάνω του να τον κοιτάζει. Μαύρα στιλπνά μαλλιά, μαύρα υγρά ζεστά μάτια, χλωμό δέρμα, σώμα καμπυλωτό και στητό τόσο όσο να φλογίζει και την πιο φτωχή φαντασία.
«Ποια είσαι, τι θες;» έτρεμαν τα χείλια του και τα άκρα του τινάζονταν ασυγχρόνιστα. Μεγαλωμένος σε χωριό είχε πιστέψει κάθε ιστορία για νεράιδες που διηγούνταν οι μεγαλύτεροι.
«Μην τρομάζεις! Από Αθήνα έρχομαι και κατεβαίνω Βούτρουβη. Πρώτη φορά στα μέρη σας και χάθηκα. Αν και ο οδηγός μου είπε ότι εδώ είναι η στάση μου. Τριγυρίζω μισή ώρα να βρω ένα ταξί, ένα λεωφορείο, κάτι, και το μόνο που βρίσκω είναι ερημιά».
Να το αυτό το κάτι του.
«Στέργιος».
«Βάσια».
«Κοίτα, Βάσια, συγκοινωνία για Βούτρουβη έχει πάλι στις 6 το πρωί. Μέχρι τότε, μιας και ξέμεινες, μπορώ να σου δείξω το όμορφο χωριό μας, να φάμε μαζί, να σε φιλοξενήσω και το πρωί να σε πάω στη στάση». Άναυδος συλλογιζόταν πού βρήκε το θάρρος να ζητήσει από μια άγνωστη, πλην όμως αλλόκοτα όμορφη, να περάσουν τόσες ώρες μαζί.
Εκείνη δέχτηκε με τον ίδιο αυθορμητισμό και ταχύτητα που έριξε στα πόδια της την πρότασή του ο Στέργιος.
Ανέβηκε στο ποδήλατό του στηρίζοντας τα χέρια της στους ώμους του και ο Στέργιος έδωσε μια στο πεδάλι, και ανηφόρισε στον χωματόδρομο. Μετά από κάθε στροφή, έκλειναν και οι δυο τα μάτια. Αυτή τη φορά όμως δεν μύριζε τη φύση ούτε άκουγε τα τιτιβίσματα. Αυτή τη φορά ρουφούσε αχόρταγα την ευωδιά των μαλλιών της. Γάλα ανέδιδαν και μέλι. Αυτή τη φορά την άκουγε να σιγομουρμουρίζει έναν θαλασσινό σκοπό. Τα χέρια της τα ένιωθε ζεστά να ανακατεύουν τον ιδρώτα στην πλάτη του.
Ήπιαν καφέ, την χάζεψε να κρατά ευβλαβικά την αχνιστή κούπα και να καταπίνει κάθε γουλιά αφού τη γυρόφερνε πρώτα στο στόμα της, να γλείφει τις γλυκές σταγόνες που είχαν στεγνώσει στα χείλια της, να τον ακούει να της μιλά για τη βαρετή μέχρι σήμερα ζωή του και να τυλίγει και να ξετυλίγει μια μακριά μαύρη τούφα στο δάχτυλό της, σημάδι αλάθητο ότι της άρεσε.
Έφαγαν μαζί και λιγωνόταν να τη βλέπει να ευχαριστιέται κάθε μπουκιά, να φουσκώνουν τα μάγουλά της, στενεύοντας ακόμη περισσότερο τα αμυγδαλωτά της μάτια.
Και τα μεσάνυχτα πια κατέληξαν στη θάλασσα πάλι.
«Είναι η αγαπημένη μου ώρα ξέρεις», του είπε ενώ κοιτούσε μπροστά αγκαλιάζοντας τα γόνατά της , με μάτια να φλέγονται, γυαλιστερά, πιο βαθιά και από την άβυσσο.
«Αυτή την ώρα ουρανός και θάλασσα γίνονται ένα. Ένα μαύρο πέπλο που κεντούν τα αστέρια και το φεγγάρι. Νιώθεις τη θάλασσα από τη μυρωδιά της και το ρυθμικό της κάλεσμα. Νιώθεις πού αρχίζει ο ουρανός αν καταφέρεις να βρεις το ασημένιο φιλί τους στον ορίζοντα. Και το στέμμα της μαύρης δημιουργίας, το φεγγάρι». Είχε ξεραθεί το σάλιο στο στόμα του βλέποντας το μέχρι πρότινος κοριτσάκι να μιλά με μια αργή, ξέχειλη θηλυκότητα φωνή. Τα μαύρα της μαλλιά ανέμιζαν και μπλέκονταν με το σκοτάδι γύρω τους, ενώ το πρόσωπό της αντανακλούσε μια σοβαρότητα, μια εκούσια κρυμμένη και σίγουρα περίεργη ιστορία. Το ευαίσθητο και ρομαντικό πλάσμα που απολάμβανε να κοιτά όλη μέρα, τώρα ξεχείλιζε την αυθεντική αρχέγονη γυναικεία υπόσταση. Άπλωσε αργά το χέρι του και την τράβηξε πάνω του, καθώς το κορμί της χάραξε την άμμο από το σούρσιμο της ένωσής τους. Ο ουρανός και η θάλασσα έκρυψαν τα γυμνά κορμιά τους, το μπλέξιμό τους, και μόνο η πανσέληνος φώτιζε αμυδρά για να μιλούν τα μάτια τους.
Θυμάται ότι αποκοιμήθηκαν και οι δύο.
Το κόκκινο πανί που έβλεπε πίσω από τα βλέφαρά του όπως τέντωνε τα μέλη του από τον ύπνο σήμαινε ότι είχε ξημερώσει. Πετάχτηκε έντρομος ότι και κείνη θα κοιμόταν και θα είχε χάσει το λεωφορείο της. Αν και μέσα του θα ήθελε να την κρατήσει για το δικό του πάντα κοντά του. Δεν την είδε όμως δίπλα του. Το μόνο που ήταν παρατημένο κάτω από σκόρπια βότσαλα ήταν το μπλε φόρεμά της. Η ίδια έλειπε.
Θα έφυγε για να προλάβει το λεωφορείο, σκέφτηκε.
Αποκαρδιωμένος ντύθηκε και πήγε προς το ποδήλατό του. Μια αόρατη αλυσίδα όμως τον τραβούσε πίσω. Γύρισε, και αφού δίστασε για μια στιγμή, πήρε στα χέρια του το φόρεμά της. Ένα λευκό χαρτί έπεσε κυματιστά στην άμμο. Το σήκωσε και ξεδιπλώνοντάς το διάβασε:
Κάθε δύο περίπου χρόνια αφήνω την αγκαλιά του ουρανού και κατεβαίνω στη γη. Δεν αντέχω άλλο το σκοτάδι. Έχω ανάγκη να δω εγώ όπως εσείς το φεγγάρι. Με τα δικά σας μάτια. Δεν αντέχω άλλο το άπειρο, το απέραντο, το πηχτό αυτό κενό που συνέχει τα πάντα. Ντύνομαι σάρκα και οστά, και αφήνω τον ίδιο μήνα έναν καθρέφτη μου στον ουρανό, για να δω τον εαυτό μου όπως με βλέπετε εσείς. Μέχρι και σήμερα έκλαιγα αντικρίζοντας τη μοναξιά μου. Εσύ όμως μου έδειξες γιατί είναι σημαντική η θνητότητά σας. Μου έμαθες γιατί κλαίτε, χαίρεστε, γελάτε, δημιουργείτε, εκστασιάζεστε όταν μιλάτε για τον έρωτα. Σε παρακαλώ. Έλα μαζί μου».
Η καρδιά του χτυπούσε φρενιασμένα. Άτακτα. Ανέβηκε στο ποδήλατο, έδωσε μια στο πεδάλι και ανηφόρισε στον χωμάτινο δρόμο. Δεν έκλεισε στιγμή τα μάτια του. «Έρχομαι», έλεγε ξανά και ξανά. Μια σκιά κάλυψε την όρασή του. Ξανά και ξανά. Νύχια ένιωσε να προσγειώνονται στον ώμο του και να τον σφίγγουν τραβώντας τον ψηλά.

Μετά από μια εβδομάδα, έχοντας δηλωθεί από τον αδερφό του ως αγνοούμενος, βρήκαν το ποδήλατό του διαλυμένο στα βράχια της θάλασσας.

 

No Comments Yet.