Η επιστροφή της Εύας

Επέφανεν τριάδα αγία
Στα πόδια μου κουλουριασμένη, οι ανάσες τους ζεστές
Κουβάρι να γίνονται μπροστά μου ένα μαύρο σκυλί, ο όφις
Και μια σαύρα, τρεις υπάρξεις μονιασμένες να με ζεσταίνουν
Αγάπη να ζητούνε και σωτηρία και προστασία και καταφύγιο
Και εγώ τα χάιδεψα και «σσσς», τους ψιθύρισα, «μικρά μου,
Στη γη μου θα επιστρέψω και μαζί μου θα σας πάρω. Εκεί,
Στη γη μου την άγρια τη ριζωμένη με ελιές και αγριάδες,
Καταφύγιο πια να βρείτε, και μαζί να γίνουμε ένα, εκεί κανείς
Δεν θα μας πειράξει, εκεί μαζί είμαστε δυνατοί». Και μέτρησα τον ουρανό
όπως τον κένταγε η νύχτα και ερχόταν η ώρα
που εν τω μέσω της νυκτός
Θα ξεκινούσε η επιστροφή μου. Εκεί στη γωνία μπορούσα και έβλεπα τον τόπο,
Τον σάρωνα με το βλέμμα μου απ’ άκρη σ’ άκρη,
κένταγα τον χάρτη μας
Κι ας ένιωθα την απειλή στον ώμο μου να θέλει να ρίξει στο κλουβί εμένα
Και τα μικρά μου. Κι όταν το σκοτάδι μας φίλησε ξεκίνησα πρώτη εγώ
Το μέρος μου να ελέγξω. Και βρήκα ανθρώπους αμαρτωλούς, νάρκισσους
Και επικίνδυνα λάγνους, και χόρεψα μαζί τους τάνγκο, τους φίλησα, τους αγκάλιασα,
Τους έκλεισα το μάτι, έπαιξα το παιχνίδι τους και κρύφτηκα να σωθώ, κρύφτηκα να βρω τον χάρτη μου και πάλι. Κι όταν τον βρήκα, είδα μπροστά μου να απλώνονται τα μέρη όπου έζησα
Και αναμνήσεις, κι όλα να ‘ναι σκαμμένα, να ΄χουν γίνει αμμόλοφοι και τα νερά
Ανάποδα να κυλάνε, ο Ιορδάνης εστράφη προς τα πίσω, ήρθε πια η ώρα μου.
Κι αφού τα πάντα αγκάλιασα με τα μάτια μου και τα αποχαιρέτησα,
Βούτηξα στα ανάποδα νερά και με οδηγό μου το σκοτάδι, νερά που
Διακλαδίζονταν, δύο ροές του Ιορδάνη, όλες με φέρνανε στον τόπο μου.
Τριάδα εφανερώθη, ο όφις, η σαύρα και ο σκύλος, κουβάρι πια
Στα πόδια μου, και τα νερά μας έφεραν στην άγρια τη γη γιατί
Είχε έρθει η ώρα πια για την επιστροφή μου.

No Comments Yet.