Νυκτόβιο κίτρινο

Νυκτόβιο κίτρινο σκορπά μέσ’ από τις γρίλιες

Φεγγίζει δυνατά απέξω ο φανοστάτης

Ξαπλωμένη, οι μαύρες κόρες των ματιών μου διαστέλλονται

βάφονται κι αυτές το νυκτόβιο τούτο κίτρινο

Που λερώνει την όρασή μου, λερώνει τον τοίχο,

Τις κουρτίνες, το δωμάτιο, έρπει στο κρεβάτι,

Μέχρι που και τα πόδια μου λερώνει,

Υφάσματα μαλακά, λεπτοϋφασμένα τόσο

Όσο για να κρύβουν όσα κοιμούνται

και θέλουν να αποκαλυφτούν.

Και το κίτρινο με λερώνει, ολόκληρη,

Σάρκινο κουβάρι γίνομαι και με ζυμώνει,

Μάρμαρο που το νυκτόβιο κίτρινο λαξεύει,

Χέρια μηροί πασχίζουν να ξεφύγουν από τον κορμό μου

Ξεμαλλιασμένη να καταλήξω

Αφροδίτη του Ουρμπίνο.

Νυκτόβιο κίτρινο διηθεί το μαύρο

Και στο γυμνό μου σώμα κολλάνε μαύρες

και ρίγες κίτρινες, τίγρη λιμασμένη, τα νύχια της ’κονίζει,

Το κλουβί μου πια έχω μόνο να θυμάμαι, έτοιμη πια

Με αυτό το νυκτόβιο κίτρινο τα μάτια μου να βάφει

Να αφήσω τον πιο δυνατό μου βρυχηθμό,

προτού με τα νύχια μου σαρώσω να περάσω.

No Comments Yet.