Παράθυρο

Τον τελευταίο χρόνο, περιμένω κάθε πρωί με ασεβή ευλάβεια την επέλαση της νύχτας, να με ανασύρει απ’ τον βυθό της απεχθούς πραγματικότητάς μου. Όλη η μέρα κυλά μηχανικά ‒ντύσιμο, βούρτσισμα δοντιών, οδήγηση μέχρι τη δουλειά, μεσημεριανό, επιστροφή στο σπίτι‒ μέχρι να σωριαστώ στην πολυκαιρισμένη πολυθρόνα, δίπλα απ’ το στολισμένο με μια φτηνιάρικη κουρτίνα παράθυρό μου· το μόνο άνοιγμα αυτού του δωματίου προς τον έξω κόσμο. Έτσι και τώρα, μέσα στο πηχτό σκοτάδι, το μυαλό μου προβάλλει το τέλος εκείνης της ιστορίας, που κινεί τα νήματα της ζωής μου από τότε που γράφτηκε ο επίλογός της. Ένας επίλογος που επιζητά αποκρυπτογράφηση για να ησυχάσει η ταλανισμένη καρδιά μου. Μια ενδεχόμενη λύτρωση, μπας και κοιτάξω τον κόσμο, έξω από το παράθυρό μου, με αξιοπρέπεια κι όχι μεμψιμοιρώντας για το αλλόφρον πλάσμα στο οποίο έχω μεταμορφωθεί. Απόψε, θα δώσω η ίδια τη λύση στο αίνιγμα. Ήρθε η ώρα να τον καλέσω. Κλείνω τα μάτια και περιστρέφω το δαχτυλίδι στο χέρι μου. Το τελευταίο δώρο από εκείνον. «Προτίμησα ένα δαχτυλίδι με δέσιμο από κεχριμπάρι», μου είχε πει με ύφος μικρού παιδιού. «Έχω ακούσει ότι έχει μαγικές ιδιότητες. Κατευνάζει και προστατεύει από δαιμόνια». Πού να ήξερα τότε, ότι, ένα χρόνο μετά, θα είχα ανάγκη προστασίας απ’ τα δικά μου δαιμόνια. Η φλόγα του κεριού τρεμοπαίζει. Ξέρω ότι είναι εδώ. Στρέφω τα μάτια στο κρεβάτι και τον βλέπω να κάθεται εκεί, αμίλητος, το ίδιο απογοητευμένος για το γρήγορο και οδυνηρό τέλος μας. Ή τέλος του. Μου γνέφει να καθίσω δίπλα του. Πριν προλάβω να καθίσω, με αρπάζει απ’ τη μέση, με ρίχνει στο στρώμα και ανεβαίνει από πάνω μου. Νιώθω τα δάκρυα να καίνε τις κόγχες των ματιών μου. Τι στο διάολο συμβαίνει απόψε; Μέχρι τώρα, ήταν η θύμησή του, που επέστρεφε κάθε βράδυ. Απόψε, τι έγινε; Μήπως έχασα τα λογικά μου και βλέπω φαντάσματα; Τελικά τρελάθηκα; Είχε δίκιο ο γέρος μου. «Εσύ κάποια μέρα θα τρελαθείς», μου είχε πει ένα απόγευμα που γύριζα απ’ το νεκροταφείο, με ένα απόκοσμο ύφος να υφαίνει το μανδύα του κρυμμένου πόνου μου. Η καυτή ανάσα του Γιώργου με επανέφερε στο δρόμο της αποψινής παράνοιας. Τα μάτια του έγιναν οθόνες και είδα την τελευταία σκηνή της τραγωδίας μας.
Καλοκαίρι του 2012. Είχε έρθει στο γιαπί που αποκαλούσα σπίτι, όπως κάθε βράδυ. Μας είχε γίνει αγαπημένη συνήθεια να συναντιόμαστε μετά τη δουλειά και να κοιμόμαστε μαζί. Εγώ όλη μέρα χωμένη στα βιβλία μου, εκείνος, φανατισμένος ακτιβιστής, έδινε μάχες για το καλό της ανθρωπότητας. Ασθενική κράση ο Γιώργος. Πάλευε με την αρρώστια του κορμιού του. Επιτρέψτε μου να κρατήσω προσωπικό μυστικό την ιατρική της ονομασία. Έπαιζε με ανοιχτά χαρτιά εξ αρχής, όμως. «Έχω πέντε χρόνια ζωής. Ή μένεις και γίνεσαι το τελευταίο μου λιμάνι ή φεύγεις και σώζεις την παιδική καρδιά σου», δήλωσε ένα απόγευμα που απολαμβάναμε τον καφέ μας, δίπλα στο παράθυρο-κάδρο της ζωής μου. Τότε δεν κατάλαβα τι ακριβώς μου είπε να σώσω, μέχρι που ήρθε εκείνο το βράδυ… εκείνο το καλοκαίρι. Όταν άνοιξα την πόρτα, δεν είδα τον Γιώργο, αλλά έναν επίδοξο νεομάρτυρα. Έστεκε στο κατώφλι, να παλεύει και να πνίγεται για κάθε ανάσα, με ένα πρόσωπο κέρινο, μελαγχολικό και με μάτια πλημμυρισμένα από ασεβείς φόβους. Ασεβείς γιατί αγαπούσε τη ζωή. Μια αγάπη μονόπλευρη από την πρώτη στιγμή που έγιναν εραστές. Προχώρησε μέσα με πονεμένο βήμα κι εγώ ένιωσα όχι μία, αλλά εκατό μέγγενες να σφίγγουν την καρδιά μου. «Απόψε θα είμαι τραγική ηρωίδα… μια Αντιγόνη στο παραλίγο νυφικό κρεβάτι της», ψιθύρισα στον εαυτό μου. Ο Γιώργος σωριάστηκε στο κρεβάτι, μ’ άρπαξε από τη μέση και ήρθε από πάνω μου. Άκουγα τα πνευμόνια του να κοχλάζουν. Τελικά, ήταν εκείνος ο τραγικός ήρωας που θα παραληρούσε στην έξοδο της τραγωδίας μας. Σε μένα θα απέμενε ο κομμός. «Η ζωή μού χάρισε ένα όμορφο ταξίδι. Φτωχικό μεν όμορφο δε. Τριάντα πέντε χρόνια δεν τα λες και πολλά. Όμως ο θλιβερός μου δρόμος μ’ έβγαλε στο ωραιότερο λιμάνι που έμελλε να γίνει και το τελευταίο μου. Εσένα. Μέχρι τότε προσκυνούσα το αναπόφευκτο πεπρωμένο μου. Μέχρι που βούτηξα στα φιλιά σου. Η ηδονή τους ήλιος που φώτισε τους εφιάλτες μου. Το γέλιο σου μουσική που σκέπασε τα αλυχτίσματα του Κέρβερου για την επικείμενη κάθοδό μου. Δεν θέλω να κλάψεις, Μαρία. Θέλω να είσαι χαρούμενη που πρόσθεσες ζωή στις μέρες μου», είπε και, βήχοντας μανιασμένα, ξεψύχησε πάνω στην καρδιά μου. Αυτό τον επίλογο μου επέβαλλαν κάθε βράδυ από τότε τα μάτια του Γιώργου. Κλεισμένη στο δωμάτιό μου να προσπαθώ να αναστήσω τη θύμησή του. Να ζω χίλιες φορές το χαμό του με την ελπίδα, μετά τη σταύρωσή μας, να έρθει η ανάστασή του. Έτσι και τώρα. Τα μάτια του κάρβουνα που καίνε τις τελευταίες μας στιγμές. «Γιατί; Γιατί έπρεπε να πεθάνεις; Εσύ που ήσουν τόσο καλός. Γιατί;» φωνάζω απ’ τα βάθη της ψυχής μου, αφήνοντας μια πνιγμένη στα δάκρυα κραυγή. «Ανέβηκες το Γολγοθά, σταυρώθηκες, θρήνησα για σένα και τώρα πού είσαι; Γιατί δεν ζωντανεύεις; Γιατί, μοναδικέ θεέ μου;» Έρχεται σε απόσταση αναπνοής απ΄ τα χείλη μου. «Ήθελες να μάθεις την απάντηση. Αρκετά με θρήνησες. Ήρθε η ώρα, Μαρία. Φεύγουμε». Τον κοιτάω παγωμένη. Νιώθω να γκρεμίζομαι στην άβυσσο των ματιών του. Γύρω μου πετούν εικόνες από την κοινή ζωή μας: τα φτερουγίσματα στο στομάχι μου όταν γνωριστήκαμε, ο συγκλονιστικός του έρωτας, τα ηδονικά ταξίδια μας κάθε σαββατοκύριακο, τα λιμάνια που πρωτοείδαμε στις καλοκαιρινές εξορμήσεις μας. Νιώθω τα χείλη του στα δικά μου. Παραδίνομαι στη θέρμη του και κλείνω τα μάτια μου. «Για πάντα μαζί, Μαρία», αντηχεί η φωνή του απόκοσμη πλέον.

Έχει ξημερώσει και με τον Γιώργο είμαστε σε ένα παζάρι, χαζεύοντας ακριβά μυρωδικά και πλουμιστά υφάσματα. Μου κρατά το χέρι και μου χαμογελά. Μέσα στην καθάρια ευτυχία μου το μόνο που ακούγεται είναι η φωνή του πατέρα μου, όμοια με βράχια που σπάνε: «Δεν τα κατάφερε γυναίκα το Μαράκι. Τη νίκησε η αρρώστια. Από δεκάξι χρονών πάλευε το κορίτσι μας αλλά δεν τα κατάφερε. Τώρα θα την προσέχει ο Γιώργος».

No Comments Yet.