Summertime Sadness

Μια στιγμή ίδια τεντωμένο σκοινί, ατελείωτο, ασυμμάζευτο, να ενώνει την αρχή με το τέλος, ποια είναι όμως η αρχή και ποιο το τέλος; Ακριβώς όπως όταν γελάς τόσο δυνατά, τα δάκρυα γεμίζουν τα μάτια σου και τότε θυμάσαι ότι πρέπει να κλάψεις, ντρέπεσαι που γελάς, και τα δάκρυα της χαράς ενεργοποιούν την πρώτη σημαδιακή μας πράξη, την πρώτη εκείνη μικροσκοπική στιγμή όταν ήρθαμε στον κόσμο, που κλάψαμε γιατί από την ασφάλεια της ζεστής σκοτεινής μήτρας βγήκαμε με το ζόρι σε έναν άλλον κόσμο, κι εμείς, πλάσματα ακόμα ίδια με λευκές κόλλες χαρτί, ξέραμε τι θεριό είναι αυτός ο κόσμος και κλάψαμε. Κλάψαμε γιατί από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο που ανασάναμε τον αέρα τούτο, τον ίδιο που εισπνέουν κι όλοι οι άλλοι, που τον εισπνέουν βουλιμικά και εκδικητικά για να τον στερήσουν από τον αδερφό τους και τον εκπνέουν λίγο πιο βρομερό από της ψυχής τους τα σκουπίδια, ξέραμε πόσες φορές θα τεμαχιστεί αυτό το τρύπιο ρούχο της ψυχή μας. Κλάψαμε γιατί αναγκαστήκαμε να δούμε για πρώτη φορά. Να δούμε το πρόσωπο του γιατρού που είχε ξεγεννήσει τόσες γυναίκες που έχασε πια το δέος μπροστά στο θαύμα της ζωής, το πρόσωπο της νοσοκόμας να αδημονεί να ανακοινώσει τα χαρμόσυνα για να τσεπώσει χρήματα από τον πατέρα ή κάποιον συγγενή γιατί έτσι μετριέται η ευτυχία, με τα κέρματα όπως στοιβάζονται και τα χαρτονομίσματα όπως φυλλομετρούνται, το πρόσωπο της μάνας να εξωθεί ένα φορτίο από τα σπλάχνα της, κομμάτι της ζωής της, σάρκα από τη σάρκα της, το ίδιο της το αίμα, να δει το πρόσωπο του τρελού πίσω από την πόρτα που μέσα από τα δόντια του μοιρολογεί για τον αναπόδραστο χορό της ζωής με τον θάνατο, άπαξ και γεννηθείς ξεκινά το ταξίδι προς την απώλεια, κάνοντας τα γενέθλια τόσο οξύμωρα, χαρούμενες γιορτές μόνο για τα μικρά παιδιά που έχουν μπόλικα χρόνια στο συρτάρι ακόμα για να ανταλλάσσουν τα πρώτα τους χρόνια με ένα καλό δώρο, τόσο κοστίζει ένας χρόνος από τη ζωή τους, ένα καλό δώρο, να, σαν κι αυτά που τους ξεπλένουν τον εγκέφαλο κάθε πρωί στην τηλεόραση. Και μετά τα χρόνια περνάνε χωρίς ποτέ να κάνουμε αυτό που θέλουμε, θεωρώντας το σχολείο, τα φροντιστήρια, τη συσσώρευση γνώσης αναγκαία, ξεχνώντας ότι τα «πρέπει» αυτά φτιάχτηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους, γιατί ο έλεγχος της ζωής είναι το ζητούμενο, βρίσκεις δουλειά, πίνεις δέκα ποτά, βρίσκεις το πακέτο και το παντρεύεσαι. Και η ελευθερία; Πού είναι η ελευθερία; Τι δεσμά σου περνάνε χωρίς να το θες, πόσες φορές θα κλοτσά και θα δαγκώνει και θα ραμφίζει τα κάγκελα στο κλουβί που σου φόρεσαν η ψυχή σου, και μετά αποκαμωμένη θα λυγίζει και θα κλαίει από πίσω; Γιατί εσύ δεν αντέχεις τις αλυσίδες και παραπαίεις ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα γιατί οι κοινωνικές προσταγές έγιναν η κυτταρική σου μνήμη και κάθε φορά που πας να τις αποτινάξεις, νιώθεις να ξεριζώνεις και τη σάρκα σου μαζί, γιατί έχουν κολλήσει στο κορμί σου πυρρωμένο σίδερο, και πονάς και ουρλιάζεις και τρελαίνεσαι αλλά τις βγάζεις. Τα σημάδια όμως όταν αλλάζει ο καιρός θα σε πονάνε, ποτέ δεν θα απαλλάσσεσαι, αλλά θα αξίζει. Η ελευθερία της ψυχής είναι το ζητούμενο. Το σημείο όπου έχεις γκρεμίσει κάθε γέφυρα με την τετριμμένη και εσύ βαδίζεις ξυπολύτος σε απάτητους δρόμους, η θέα όμως είναι μαγευτική, είσαι εσύ και τα άγρια πλάσματα, ακούς τα γεράκια να ρύζουν, υψώνεις το βλέμμα και βλέπεις το απέραντο γαλάζιο κι ένα πλάσμα να διαγράφει κύκλους από πάνω σου, να δίνει βουτιές στο γεμάτο κενό και να αψηφά κανόνες που εσύ μέχρι πρότινος δεν μπορούσες. Τώρα όμως μπορείς. Έχεις αψηφήσει καθετί που σου επιβάλλουν αθόρυβα οι άλλοι με μια απλή κάμψη του δείκτη τους, εσύ τους έχεις καρφώσει και πάλι στο τραπέζι και τους γυρνάς την πλάτη, τριγυρνάς με μια χούφτα φαΐ να φάνε οι κατατρεγμένοι του «θεόπλαστου» τούτου κόσμου και με μια χούφτα συγχώρεση γιατί το είδος μας τον λυτρωτή του χίλιες φορές θα τον σταυρώσει. Και στην πλάτη σου έχεις κρεμάσει μια λύρα, να ξαποσταίνεις πού και πού και να πιάνεις το τραγούδι, όχι όποιο κι όποιο τραγούδι, στίχους που μπλέκουν τον έρωτα μοιρολογώντας, το συναίσθημα αυτό που απαγγελόταν στις βασιλικές αυλές χιλιάδες χρόνια πριν, να συνοδεύουν το φαγητό τους και να τον αποζητούν μέσα στην αγριότητά τους. Άμοιρο πλασματάκι, κουκκίδα στο σύμπαν, χόρτο που ξεραίνεται σε ένα δυνατό φύσημα, ευάλωτο εσύ πλάσμα, που αναζητάς την καταγωγή σου, όχι εκείνη από τους γονείς σου, και τη βρίσκεις σε χίλια φτιασίδια, χίλιες ψεύτικες ταμπέλες, του γιατρού, του δασκάλου, του μαθηματικού, του οικογενειάρχη, του τίμιου, του καλού, του μεγαλόψυχου, και το μόνο που ζητάς όση λάσπη κι αν του έχεις πετάξει, κάτω από όσα χαλιά κι αν το έχεις κρύψει είναι να αγαπήσεις. Όχι να αγαπηθείς κι ας έτσι λες. Να αγαπήσεις. Μόνο τότε δεν φοβάσαι. Όταν αγαπήσεις άλλον περισσότερο από τον εαυτό σου και ας σε διαβεβαιώνουν ψυχολόγοι, προπονητές επιτυχίας, διανοούμενοι, ότι για να αγαπήσεις τους άλλους πρέπει πάνω από όλα να αγαπάς τον εαυτό σου. Να αγαπήσεις θες και να απλώσεις ζυμάρι την ψυχή που ανασαίνει στα σωθικά σου στα πόδια του θεού σου. Τον θεό σου αναζητάς στο πρόσωπο του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση ανθρώπου. Αγάπα τον Θεό σου με όλη την ψυχή σου, με όλη την καρδιά σου. Και μετά, αγάπα τον πλησίον σαν τον εαυτό σου. Με λίγα λόγια αγάπα. Όσους τίτλους κι αν κερδίσεις, όσες γραβάτες κι αν σφίξεις γύρω από το λαιμό σου, όσους καθωσπρέπει καφέδες κι αν πιεις όπως αρμόζει στους ηθικούς και κοινωνικά αποκατεστημένους, όσα ποστ κι αν κάνεις στους διαδικτυακούς λογαριασμούς, το αχόρταγο απύθμενο κενό στο κέντρο της καρδιάς σου δεν γεμίζει με σκουπίδια. Το κόστος της πτώσης.

 

No Comments Yet.