Κριτική – Φόβος Κανένας

Η πιο μεγάλη μου χαρά είναι τα καλά βιβλία, η οποία χαρά πολλαπλασιάζεται όταν ξεπερνιούνται οι προσδοκίες μου.
29 μικροδιηγήματα λοιπόν. Τα οποία διαβάστηκαν ενώ έτρωγα, ενώ ήμουν στο μετρό, ενώ ήμουν με παρέα στο τρένο όπου επιδεικτικά έβγαλα το βιβλίο και συνέχισα το υπέροχο αυτό ταξίδι, αδημονώντας να φτάσω στο σπίτι να χωθώ κάτω από την κουβέρτα και να συνεχίσω.
Φόβος κανένας. Κυριολεκτικά ή μεταφορικά;
Ξεκινώντας την ανάγνωση, στο πρώτο κιόλας διήγημα, σκέφτηκα για τον ήρωα: «τον άθλιο», και διαβάζοντας την τελευταία λέξη απλά αδυνατούσα να διαχειριστώ την ευελιξία και την ευφυέστατη δεξιότητα και ευρηματικότητα του συγγραφέα σε σχέση με άλλες συλλογές διηγημάτων που έχω διαβάσει. Επίσης είμαι λάτρης του σουρεάλ εξ ου και ο υπέρμετρος ενθουσιασμός. Στην τελευταία λοιπόν λέξη του πρώτου διηγήματος συνειδητοποίησα ότι δεν θα καταφέρω όχι απλά να προβλέψω την ελάχιστη εξέλιξη στην πλοκή, αλλά θα βρεθώ ξανά και ξανά να κρατώ την ανάσα μου. Η θεματολογία των διηγημάτων αυτών είναι όσα μας απασχολούν γύρω μας και μέσα μας. Όλα εκείνα στα οποία κλείνουμε τα μάτια μας γύρω μας και μέσα μας.
Μοναξιά. Επαγγελματικές συνθήκες και η ανάλογη αξιοζήλευτη υπομονή γαϊδάρου, απιστία, αυτοθυματοποίηση, εμπιστοσύνη και η έλλειψή της, αποκτήνωση, αδιέξοδα, ρατσισμός σε όλες του τις μορφές, υγεία, απωθημένοι έρωτες σαν σαράκι που σε τρώει ασυναίσθητα, βία, κατάντια, πολιτική, μετανάστες, φαίνεσθαι και είναι, καταπιεσμένα θέλω, οικογένεια.
Αν μπορούσα να ενώσω όλα αυτά τα διηγήματα σε ένα θα ήταν ένας άντρας που περνάει 13 ώρες στο γραφείο, το αφεντικό του του κάνει μείωση και του αυξάνει τις υποχρεώσεις, ο ίδιος κάνει υπομονή σε σημείο να δαγκώνει τα δάχτυλά του από την καταπίεση, το απόγευμα παίρνει το αυτοκίνητο να γυρίσει σπίτι και κολλάει στην κίνηση γιατί ένα ασθενοφόρο μεταφέρει έναν ομοφυλόφιλο στο νοσοκομείο θύμα ξυλοδαρμού από τον πατέρα του, μπροστά του μια νεκροφόρα μεταφέρει μια νεαρή γυναίκα που τη δολοφόνησε ο άντρας της γιατί την έπιασε να τον απατά με τον μεγάλο της έρωτα, στα αριστερά του ένα ζευγάρι έχει κατέβει από το αυτοκίνητο και τσακώνονται αδιαφορώντας για το μποτιλιάρισμα ενώ στα δεξιά του ένας παππούς περπατάει αδιαφορώντας για τα αυτοκίνητα, αφήνοντας δάκρυα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία που κρατάει. Τελικά γυρνάει σπίτι και η γυναίκα του δεν στρέφει καν το κεφάλι της από την τηλεόραση που παρακολουθεί ενώ ο καπνός από το τσιγάρο στο χέρι της στάζει στον καναπέ. Χάος. Τότε αποφασίζει να φέρει την αρμονία. Μαζεύει τα πράγματά του. Φεύγει. Την άλλη μέρα διαπραγματεύεται με το αφεντικό του αν όχι μια αύξηση, τουλάχιστον τις ώρες εργασίας του. Κάνει μία λίστα με όσα θέλει να κάνει, ενώ φροντίζει καθημερινά να παίρνει ένα αγαπημένο του πρόσωπο και να του λέει σ’ αγαπώ. Γράφει γράμμα στη γυναίκα εκείνη που κάποτε αγάπησε και δεν θέλησε ποτέ να διεκδικήσει γιατί η πρώην σύζυγος ήταν που ταίριαζε στις κοινωνικές απαιτήσεις για δημιουργία οικογένειας. Και έτσι ο ήρωας αρχίζει να ζει γιατί πια δεν φοβάται, γιατί πια δεν φοβάται, αφήνεται στο ρεύμα της ζωής κι έτσι είναι ελεύθερος.
Η παραπάνω ιστορία δεν έχει καμία σχέση με τα διηγήματα. Αυτά θα τα ανακαλύψετε μόνοι σας. Η παραπάνω ιστορία ως σκοπό έχει να αποδείξει ότι το βιβλίο δικαίως ονομάζεται φόβος κανένας, γιατί μέσα από τις φαινομενικά γεμάτες φόβο καταστάσεις, αν αντιμετωπίσεις αυτό που σε φοβίζει αντί να κλείσεις τα μάτια, αντί να το καταπιείς τρυπώντας ξανά και ξανά το στομάχι σου, φτιάχνοντας μια μπάλα από πίσσα μέσα σου που παλινδρομεί συνέχεια στο στόμα σου ώστε η παχύρρευστη πικρή της γεύση να σου θυμίζει όσα φοβάσαι, συνειδητοποιείς ότι φόβος δεν υφίσταται. Μόνο τότε μπορείς να είσαι ελεύθερος.
(Hint: το αγαπημένο μου διήγημα της συλλογής είναι το μαύρο μανταρίνι)

 

No Comments Yet.