Τραμπάλα

Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη Λάσπη στην Τραμπάλα δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τον ρώτησα πότε θα εκδώσει το επόμενό του βιβλίο. Όταν είδα σχετική ανάρτηση που μας ενημέρωνε για την κυκλοφορία της Τραμπάλας, ήξερα ήδη ποια θα ήταν η επόμενη επιλογή μου.

Μετά βεβαιότητας όμως μπορώ να σας πω ότι θυμάμαι πως μου πήρε τρεις μέρες να διαβάσω τη Λάσπη για να ακολουθήσει η εξής κριτική:

«Ανακούφιση είναι να μπορέσεις να δεις τις σκέψεις σου αποτυπωμένες, εκφρασμένες, ζυμωμένες με το ταλέντο ενός επιδέξιου συγγραφέα. Η Λάσπη διαβάστηκε μέσα σε τρεις μέρες. Αγοράστηκε, ξεφυλλίστηκε λίγο στο μετρό, και μετά να σου η αδημονία να βρεθώ μόνη μου με τις εσωτερικές μάχες του ήρωα του βιβλίου, του Αλέξανδρου. Για τρεις μέρες έβγαινα μόνο για δουλειά, και όταν επέστρεφα, θα έβαζα το βιβλίο στην άκρη μόνο ενόψει κάτι όντως πιο σημαντικού.

»Εσωτερικές συγκρούσεις, ένας ήρωας αποφασισμένος να πεθάνει, που ξεμπροστιάζει την ψυχή του μπροστά στα μάτια μας σπάζοντάς τη σε χιλιάδες κομμάτια, με μια γλώσσα αναρχική μεν, πειθαρχημένη δε. Από την έναρξη της αφήγησης το διαβάζεις απνευστί λόγω της χαλαρής στίξης, πού και πού όμως ο συγγραφέας σε αφήνει να πάρεις μια ανάσα για να σε στροβιλίσει στη συνέχεια εκ νέου σε άλλο ένα παραλήρημά του.

»Έκπτωση αξιών, επιδερμικά αισθήματα, η παρακμή που παραμονεύει πίσω από τις μάσκες όλων μας, κακός εγωισμός, σήψη της κοινωνίας είναι κάποια από τα θέματα που μαχαιρώνουν το μυαλό του νεαρού Σάντο, που μαζί με τα βιώματά του, έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει τη μέρα των γενεθλίων του, αφού πρώτα δει εκείνη, αφού πρώτα αξιολογήσει και ξαναζήσει τις μνήμες του, αφού πρώτα μας πιάσει από τους ώμους και μας ταρακουνήσει. Εγώ τουλάχιστον έτσι ένιωσα. Στην αρχή το σοκ μου ήταν μεγάλο μιας και είχα καιρό να διαβάσω κάτι τόσο δυνατό, τόσο άναρχα λογοτεχνικό. Μετά όμως χάρηκα γιατί μπόρεσα και ταυτίστηκα όντας προβληματισμένη μπροστά στον κυκεώνα των σημαντικών γεγονότων που όλοι μας ζούμε και στον αντίκτυπό τους στο βαθύτερο είναι μας».

Η Τραμπάλα όμως, για κάποιον δικό μου λόγο, κέρδισε από την πρώτη σελίδα την αγάπη μου. Πρόκειται για δέκα διηγήματα. Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου πληροφορούμαστε:

«Άνθρωποι που βασανίζονται εξίσου από τη μοναξιά και από τη συντροφικότητα, άνθρωποι που στέκονται αμήχανοι και αμφίθυμοι μπροστά στη ζωή όπως αυτή συντίθεται από τα αδιέξοδα των ερωτικών σχέσεων και της οικογένειας, την ανεπάρκεια του ατόμου και της κοινωνίας, τις παγίδες της μνήμης και το αναπότρεπτο του θανάτου, άνθρωποι που βιώνουν την ύπαρξη πότε με απόγνωση και πότε με απάθεια, πότε με εμπεδωμένη θλίψη και πότε με χιούμορ».

Αν κάποιος μου φέρει 5 στοίβες βιβλία και μου πει βρες ποιο είναι του Γκέζου, θα το βρω αμέσως. Η γραφή του είναι πολύ χαρακτηριστική. Πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο ασύντακτο, προτάσεις αραδιασμένες στη σειρά να συνδέονται σε μια παραληρηματική κορύφωση των αισθημάτων. Η ίδια η πλοκή κορυφώνεται μέσα από τη δομή του λόγου, προσφέροντας μια δομημένη, αυστηρή αντιστοιχία ανάμεσα στη μορφή και στο περιεχόμενο, σε σημείο τέτοιο που ο ρωσικός φορμαλισμός θα τον είχε αποθεώσει.

Και τα δέκα διηγήματα αγαπημένα μου. Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιο. Και τα δέκα περιείχαν θραύσματα της ψυχολογίας μας. Κοινούς φόβους, έγνοιες,  θλίψη που μοιραζόμαστε. Θα μπορούσα όμως να αποδώσω στο καθένα έναν κυρίαρχο για μένα τίτλο:

  1. Κεφάλι στο τζάμι: αδιέξοδο
  2. Η μύγα: μοναξιά
  3. Το δώρο: η ανεπιθύμητη γονεϊκή κληρονομιά
  4. Σκαντζόχοιρος: υποκατάστατα αγάπης
  5. Ο μόνος πόνος: ανάγκη επαφής
  6. Κλεμμένο λουλούδι: μασκαρεμένος πόνος
  7. Καρδιές για φάγωμα: αγνωμοσύνη
  8. Τραμπάλα: επιβίωση
  9. Το χασμουρητό: αναβλητικότητα
  10. Λευκός πίνακας: γρατζουνισμένες ψυχές

Όλα τα διηγήματα περιγράφουν το παζλ της δικής μας ύπαρξης. Πρόκειται για τη γνώση εκείνη που πασχίζουμε σε όλη μας τη ζωή να εσωτερικεύσουμε για να μπορέσουμε να πούμε ότι για μια στιγμή… ζήσαμε πραγματικά.

 

15218552_684503621727686_66205075_n

No Comments Yet.